Υπηρεσίες Διατροφολογικού Κέντρου

  • Η δίαιτα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το αδυνάτισμα και την απώλεια βάρους, κυρίως με τη μορφή στέρησης και απαγόρευσης. Η λέξη αδυνάτισμα στις μέρες μας έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες. Για άλλους είναι ένας δυσβάστακτος αγώνας, για άλλους μια αγγαρεία που τους στρεσάρει έντονα οδηγώντας τους σε ψυχολογικές επιπλοκές και για άλλους κάτι ακατόρθωτο. Υπάρχουν φυσικά και κάποιοι που το θεωρούν μόδα ή μια κερδοφόρα επιχείρηση.

    Αμέτρητες δίαιτες αδυνατίσματος διαδέχονται η μία μετά την άλλη. Παράλληλα, με την εμφάνιση αυτών αυξάνονται και τα ποσοστά παχυσαρκίας, γεγονός που υποδηλώνει την αναποτελεσματικότητά τους. Όλες, ωστόσο, εμφανίζουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά από τα οποία μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε:

     

    • Υπόσχονται άμεση απώλεια βάρους.
    • Τα τρόφιμα συνήθως χαρακτηρίζονται ως καλά ή κακά.
    • Δεν εξασφαλίζουν πάνω από 1000 θερμίδες την ημέρα.
    • Συνοδεύονται ή προτείνουν κάποιο συμπλήρωμα διατροφής.
    • Απαγορεύουν τις κύριες ομάδες τροφίμων (δημητριακά, λίπη, κρέας, γαλακτοκομικά).
    • Δεν υπάρχουν μακροχρόνιες κλινικές μελέτες που να επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματά τους, παρά μόνο η γνώμη του κόσμου.
    • Δεν απαιτούν το συνδυασμό άσκησης.
    • Είναι δημιούργημα «ειδικών» στο χώρο αδυνατίσματος.

     

    Ας βάλουμε λοιπόν καλά στο μυαλό μας πως οι εναλλακτικές μέθοδοι αδυνατίσματος αποδεικνύονται επιτυχείς μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα και συνοδεύονται στην πορεία με επαναφορά των κιλών και επεισόδια υπερκατανάλωσης τροφής.

    Όλες οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες συγκλίνουν πως η επιτυχημένη απώλεια βάρους είναι συνυφασμένη με τη διατήρησή του και μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν καταφέρουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που ερμηνεύουμε την έννοια υγιεινή & σωστή διατροφή

     

    Τα Βασικά συστατικά είναι:

    α) οι γνώσεις γύρω από τα θρεπτικά συστατικά και τη λειτουργία του οργανισμού μας.

    β) η διερεύνηση & αποδοχή της συμπεριφοράς μας απέναντι στο φαγητό και στα θέλω με τα πρέπει, αλλά και σε όλα αυτά που μας εμποδίζουν να αλλάξουμε.

    γ) η προσπάθεια υιοθέτησης νέων συνηθειών που έχουν να κάνουν τόσο με τη διατροφή και την άσκηση, όσο και με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε το φαγητό. (Τρώμε σωστά για να ζούμε – δε ζούμε για να τρώμε)

    Όλα τα παραπάνω δεν είναι τίποτα άλλο από μία καθημερινότητα την οποία πρέπει να εντάξουμε στη ζωή μας, βάζοντας ρεαλιστικούς στόχους και κίνητρα που θα τροφοδοτούν τη θέληση και τη δύναμη για αλλαγή.

    Μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να σχεδιαστεί μονάχα από ομάδα κατάλληλα καταρτισμένων επιστημόνων όπως πτυχιούχων διαιτολόγων σε συνεργασία με γυμναστές και ψυχολόγους.

  • Το ανθρώπινο σώμα και η σύστασή του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μεταβολική και λειτουργική κατάσταση του οργανισμού και φυσικά με την υγεία μας. Η σύσταση του μεταβολισμού δεν μένει σταθερή σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, καθώς το ανθρώπινο σώμα και κατ’ επέκταση οι επιμέρους ιστοί του υπόκεινται σε συνεχείς αλλαγές. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να είναι το αποτέλεσμα φυσιολογικών διεργασιών, όπως το γήρας, αλλά και αποτέλεσμα παθολογικών καταστάσεων και νόσων, όπου η τελική τους έκβαση επηρεάζεται από γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή , η έλλειψη άσκησης , οι άλλες φυσικές δραστηριότητες.

     

    Ποιος θεωρείται υπέρβαρος/παχύσαρκος;
    Σύμφωνα με τον πιο πρόσφατο ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας η παχυσαρκία ορίζεται ως: «η κατάσταση που χαρακτηρίζεται από υπερβάλλον λίπος, σε βαθμό που επηρεάζεται η υγεία και η ευεξία του ατόμου». Γίνεται λοιπόν σαφές ότι δεν είναι μόνο το αυξημένο βάρος που προκαλεί τα προβλήματα υγείας στο υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο αλλά κατά κύριο λόγο το αυξημένο λίπος στο σώμα. Επομένως ένα υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο για να βελτιώσει την υγεία του πρέπει να στοχεύσει στη μείωση του σωματικού λίπους.

     

    Κατανομή του λίπους
    Άλλη μια σημαντική παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η κατανομή του λίπους στο σώμα. Η κεντρικού τύπου παχυσαρκία δηλαδή η αυξημένη συσσώρευση λίπους στο κορμό και ιδιαίτερα στην περιοχή της κοιλιάς αποτελεί σύμφωνα με πολλούς επιστήμονες τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου. Συγκεκριμένα, σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, γλυκόζης αίματος, με υπέρταση και μειωμένα επίπεδα HDL χοληστερόλης (καλή χοληστερόλη).

     

    Σχέση της σύστασης σώματος με το βασικό μεταβολισμό
    Η σύσταση του σώματος και συγκεκριμένα η αναλογία της λιπώδους προς τη μυϊκή μάζα παίζει σημαντικό ρόλο και στις ημερήσιες καύσεις μας. Όσο περισσότερο μυώδης είναι κανείς τόσο περισσότερες καύσεις έχει. Αντίθετα το αυξημένο λίπος συνεπάγεται με μειωμένες καύσεις και δυσχεραίνει την προσπάθεια αδυνατίσματος και της μετέπειτα διατήρησης του απολεσθέντος βάρους. Ο συνδυασμός λοιπόν ενός σωστά σχεδιασμένου διαιτολογίου και της τακτικής άσκησης μπορεί να βελτιώσει το μεταβολισμό και να αυξήσει τις καύσεις μας.

     

    Αντιμετώπιση:

    – Υπολογίζουμε τη σύσταση του σώματος.
    – Αξιολογούμε εάν το λίπος σώματος βρίσκεται εντός των φυσιολογικών ορίων.
    – Αξιολογούμε την κατανομή του λίπους στο σώμα.
    – Σχεδιάζουμε εξειδικευμένα διαιτολόγια που στοχεύουν στη μεγιστοποίηση της απώλειας λίπους χωρίς μεγάλες παράλληλες απώλειες μυϊκής μάζας και παρακολουθούμε την πορεία του διατροφικού προγράμματος.
    – Προτείνουμε τον κατάλληλο τύπο άσκησης που μαζί με το διατροφικό πρόγραμμα θα μας δώσει το καλύτερο αποτέλεσμα.

  • Κατά τη διάρκεια των 40 εβδομάδων μίας φυσιολογικής κύησης συμβαίνουν σημαντικές αλλαγές στο σώμα της εγκύου που αποσκοπούν στη ρύθμιση του μεταβολισμού, στην προαγωγή της ανάπτυξης του εμβρύου και την προετοιμασία της μητέρας για τον τοκετό και τον θηλασμό. Δεδομένου ότι τα όργανα του εμβρύου αναπτύσσονται σε συγκεκριμένες περιόδους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η κακή διατροφή στην αρχή της εγκυμοσύνης θα επηρεάσει ενδεχομένως την ομαλή ανάπτυξη της καρδιάς και του εγκεφάλου, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο των πνευμόνων. Συνεπώς οι διατροφικές συνήθειες στο στάδιο της εγκυμοσύνης έχουν ιδιαίτερη σημασία για την υγεία της μητέρας αλλά και του εμβρύου !

     

    Σε αυτό το διάστημα συντελούνται πολλές αλλαγές στον οργανισμό της εγκύου και διαφοροποιούνται οι διατροφικές απαιτήσεις.Αυτό συμβαίνει γιατί αυξάνονται οι ενεργειακές ανάγκες και πολύ περισσότερο αυξάνονται οι απαιτήσεις σε πρωτεΐνες, βιταμίνες και μέταλλα. Έτσι η ποιότητα της ακολουθούμενης δίαιτας, δηλαδή η αναλογία των θρεπτικών συστατικών που προσλαμβάνονται προς την ενεργειακή πρόσληψη, πρέπει να είναι πολύ υψηλή.

     

    Την περίοδο του θηλασμού, μέγιστη προτεραιότητα αποτελεί η παραγωγή γάλακτος υψηλής αξίας και η κατά το δυνατό επιμήκυνση της διάρκειάς του. Οι ανάγκες σε ορισμένα θρεπτικά συστατικά είναι ίδιες με αυτές της περιόδου εγκυμοσύνης, σε άλλα υψηλότερες και σε άλλα χαμηλότερες. Λόγω του ότι οι περισσότερες ουσίες που εισέρχονται στο σώμα της γυναίκας που θηλάζει περνούν στο μητρικό γάλα, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη λήψη φαρμάκων και αλκοόλ και στο κάπνισμα. Ο ρόλος του εξειδικευμένου διαιτολόγου για την υγεία της θηλάζουσας και κυρίως του βρέφους είναι ιδιαίτερα σημαντικός, εφόσον αποτελεί ευθύνη του:

     

    – Να τονίσει τα πλεονεκτήματα του μητρικού θηλασμού και για τους δύο,

    – Να παρακολουθεί την ανάπτυξη του βρέφους, σε συνεργασία με τον παιδίατρο, και να ρυθμίζει ανάλογα τη διατροφή της μητέρας και κατά τον απογαλακτισμό του ίδιου του βρέφους και

    – Να εφαρμόσει πρακτικές που προωθούν αρχικά τον αποκλειστικό θηλασμό και στην συνέχεια την ορθή μετάβαση στην μικτή διατροφή.

     

    Μία μέλλουσα μητέρα μπορεί να ελέγξει και να προσαρμόσει το σωματικό της βάρος αλλά και τις διατροφικές της συνήθειες, ώστε να προσπαθήσει να ξεκινήσει με τα καλύτερα εφόδια την κύηση. Μαζί με τον γιατρό της και αφού έχουν ληφθεί και αξιολογηθεί όλα τα απαραίτητα στοιχεία, καταρτίζεται ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα διαιτολογικής υποστήριξης που καλύπτει τις ανάγκες της εγκύου / θηλάζουσας σε θρεπτικά συστατικά και παράλληλα συμβάλει στο να διατηρηθεί το βάρος της γυναίκας μέσα στα προβλεπόμενα όρια.

    Τέλος, η φροντίδα επεκτείνεται και στη διατροφή του βρέφους, εφόσον πλέον έχει αποδειχθεί ότι τόσο η ενδομήτρια ζωή, όσο και η βρεφική ηλικία παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση και την προαγωγή της υγείας του παιδιού και του μετέπειτα ενηλίκου.